Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021

Υπόδουλοι συνωμότες. Πώς σχεδιάστηκε και ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση στην Αρκαδία, κάτω από τη μύτη των Τούρκων. Όταν η ιστορία μοιάζει με κινηματογραφικό σενάριο 


Ένας ωρολογοποιός από τη Ζάτουνα, γεννηθείς στη Ζάκυνθο, γόνος επιφανούς οικογένειας και εγκατεστημένος στην Τριπολιτσά το 1821, Φιλικός και πολυμήχανος, περιγράφει στα απομνημονεύματά του πώς οργανώθηκε η επανάσταση στην Αρκαδία, πώς οι υπόδουλοι συνωμότησαν κάτω από τη μύτη των Οθωμανών και πώς τους ξεγελούσαν.

Πώς διακινούσαν μετά φόβου Θεού όπλα και πολεμοφόδια και χρήματα, πώς ομοψύχησαν οι στρατιωτικοί και οι πολιτικοί (Κολοκοτρώνης και Δεληγιάννης) και μεταφέρει, μέσα από τα απομνημονεύματα που μας άφησε, τον φόβο, την αγωνία, το σασπένς, θα λέγαμε σήμερα, εκείνων των ημερών.

Στις σελίδες που έγραψε, δίνει τη μαρτυρία του για περιστατικά που δεν αναφέρουν άλλοι αγωνιστές. Παράλληλα, στην αφήγηση του δίνει πολλές πληροφορίες για τις σχέσεις των Ελλήνων και των Οθωμανών, αλλά και για το εμπόριο στην Τριπολιτσά. Πρόκειται για τον Στέφανο Ιωάνν. Στεφανόπουλο (Ζάκυνθος, 1798), γόνο της επιφανούς οικογένειας των Στεφανόπουλων – Κομνηνών της Αρκαδίας, από τη Ζάτουνα, έμπορο ωρολογίων, εγκατεστημένο στην Τρίπολη, με μεγάλη περιουσία, Φιλικό και στρατιωτικό Αγωνιστή του ’21.

Ξεκινά την αφήγησή του από τα Ορλωφικά στην Πελοπόννησο (1769-70), όταν πολλοί Έλληνες «αποδεκατίστηκαν» από τους Τούρκους. Συνεχίζει με την αποστασία του Αλή πασά των Ιωαννίνων και την ομηρεία των προυχόντων της Πελοποννήσου, τον ξεσηκωμό της πατρίδας του τη Μάχη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου 1821) και την πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821).

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Αγώνα (η άλωση της πρωτεύουσας της Πελοποννήσου), με την οποία κλείνει την αφήγησή του ο Στεφανόπουλος, υπήρξε η «έδρα της επαναστάσεως», δηλ. το εφαλτήριό της.

    Οι Έλληνες μ΄όλην την δουλείαν των, έμενον ήσυχοι συλλογιζόμενοι πάντοτε ότι θέλουσι ποτέ ελευθερωθή

Ο πατέρας του Στεφανόπουλου, αναφέρει ο ίδιος, πέθανε στην Τριπολιτσά πολύ πριν από το 1821: «Απεβίωσεν ενταύθα, εντολήν αφήσας τοις οικιακοίς του την ελευθερίαν, ή θάνατον». Το 1818 ο Στεφανόπουλος πηγαίνει στη Ζάκυνθο και διαμένει στο σπίτι του πρώτου ξαδέρφου του Παναγιώτη Στεφάνου, όπου συναντά τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, αδελφοποιητό του πατέρα του από το 1803.

Εκεί γίνεται μάρτυρας συζητήσεων και τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, δύο μέρες προτού αναχωρήσει για την Τριπολιτσά, ο Κολοκοτρώνης τον μυεί στη Φιλική Εταιρία και του δείχνει τα σημεία της αναγνώρισης, αφού έχει βεβαιωθεί πλέον για την αξιοπιστία του. Του λέει να συναντήσει στην Τριπολιτσά τους προεστούς Πανάγο Ζάρκο και Παναγιώτη Κρεββατά.

Ο Ζάρκος τον συμβούλευσε «άκρα μυστικότητα και προσοχή», και αναχώρησε για την Καλαμάτα, για να μυήσει και άλλους στον Αγώνα. Ο Φωτάκος στα δικά του απομνημονεύματα, αναφέρει ότι «ο τόπος όλος υπόκωφα εσείετο» και ο Στεφανόπουλος κάνει λόγο για πολλούς «συνεταιριστές», δηλαδή για Φιλικούς τους οποίους συναντούσε και διοργάνωναν τον Αγώνα.


Απεικόνιση της Τριπολιτσάς το 1882


Διακίνηση όπλων και πολεμοφοδίων κάτω από τη μύτη των Τούρκων

Το 1818 φθάνει στην Τριπολιτσά από την Αλεξάνδρεια ο Σωτήρης Ιωάννης Παπαγιαννόπουλος (καταγωγή από το Βαλτεσινίκο), μυημένος στην Εταιρία, ο οποίος τον διαβεβαιώνει πως στην Αφρική, στην Ασία «όπου υπάρχωσι Έλληνες ευρίσκονται πολλοί εταιριστές» που συγκεντρώνουν όπλα και χρήματα. «Με τον μυστικότερον τρόπον» του παρέδωσε «πολλά κομμάτια πετσίων χρησίμων διά τσαρούχια, και δοχεία τινά μπαρούτης, και τσιβερτσιλέ», τα οποία έκρυψε χωρίς να πει τίποτα σε κανέναν.

Στη συνέχεια, περιγράφει την άφιξη στην Τριπολιτσά του Γάλλου εμπόρου όπλων (τουφεκιών και πιστολιών) και ρολογιών Φιλιππάκη Ρομπέρ, ο οποίος τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει να πουλήσει το εμπόρευμά του. Οι Φιλικοί ήθελαν το εμπόρευμα, αλλά προφανώς δεν έπρεπε να κινήσουν υποψίες. Έτσι, του ανέθεσαν να αγοράσει τα όπλα για τον Αγώνα, χωρίς να τον μυριστούν οι Οθωμανοί.

Ο Στεφανόπουλος αγόρασε με χρήματα των Φιλικών τουφέκια και πιστόλια, προσποιούμενος ότι θα τα μεταπωλούσε, και τα έστειλε με τον Κωνσταντίνο Παπαζαφειρόπουλο στη Λάστα, για να διανεμηθούν σε εκείνους που δεν είχαν όπλα. Κάποια, όμως, τα διέθεσε προς πώληση στο εργαστήριό του, για να μην κινήσει υποψίες, και τα διέθετε σε υψηλή τιμή, ώστε να μην βρεθεί κάποιος να τα αγοράσει. Εν τέλει, και αυτά τα έστειλε στη Λάστα, μέσα σε σακιά με βαμβάκι.


Προδοσία και πώς ξεγλίστρησε ο Στεφανόπουλος ρίχνοντας την ευθύνη στον Αλή Πασά

«Δυστυχώς όμως ο Γραμματεύς του Μουσταφάγα Νησιώτη, Βοεβόνδα Καρυταίνης, Χριστιανός, ου το όνομα αισχύνομαι να μνημονεύσω ώδε, επρόδοσεν εις τον Μουσταφάγαν τούτον, ειπών ότι αγοράζω ντουφέκια και μπιστόλια και τα πέμπω του γαμβρού μου, Κωνστ. Παπαζαφειρόπουλου εις Λάσταν», αναφέρει ο Στεφανόπουλος. Ευτυχώς ο Μουσταφά Αγάς δεν τον πίστεψε τον γραμματικό του, επειδή ήταν φίλοι με τον Στεφανόπουλο. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περιγραφές του Στεφανόπουλου και για αυτή την πτυχή της ζωής των Ελλήνων και των Οθωμανών στην Τριπολιτσά, τις φιλικές σχέσεις ανάμεσά τους και την εμπιστοσύνη που είχαν οι δεύτεροι στους πρώτους.

Μετά την προδοσία, ο Στεφανόπουλος διαβεβαίωσε τους Φιλικούς που ταράχθηκαν ότι ακόμα κι αν τον έκοβαν χίλια κομμάτια δεν θα πρόδιδε τίποτα για την επανάσταση που σχεδιαζόταν. Πήγε στη Λάστα και στα Μαγούλιανα και φρόντισε ο ίδιος να κρύψει τα όπλα. Πηγαίνει στην Καρύταινα και συναντά τον Παναγιώτη Δημητρακόπουλο, ο οποίος ήταν Ταμίας, μυημένος στην Εταιρία.

Κάθονται να φάνε, και εμφανίζεται ο Κούνας, Τάταρης, ταχυδρόμος από την Τριπολιτσά, ο οποίος πήγε εκεί για να πάρει χρήματα από τον Ταμία (από τους φόρους που πλήρωναν οι ραγιάδες) και είπε στον Στεφανόπουλο ότι οι αγάδες της Τριπολιτσάς έφαγαν τον τόπο να τον βρουν, διότι στο εργαστήριό του βρίσκονταν κλειδωμένα τα ρολόγια τους. Ο Στεφανόπουλος φοβήθηκε μήπως τον έχουν καταλάβει, και έτσι προσέλαβε έναν μάστορα για να επισκευάσει τάχα τον νερόμυλό του και έτσι να δικαιολογηθεί η παρουσία του εκεί.

Στον νερόμυλο τον βρήκε απεσταλμένος του Βοεβόδα της Καρύταινας και του είπε να παρουσιαστεί σε αυτόν, εξαιτίας μιας προδοσίας εναντίον του. Ο Στεφανόπουλος παρουσιάστηκε στον Βοεβόδα και του είπε ότι βιαζόταν να επισκευάσει τον μύλο του, για να γυρίσει στην Τριπολιτσά και να δώσει στους αγάδες τα ρολόγια τους, που τα είχε κλειδωμένα στο εργαστήριό του.

Εκείνος του ζήτησε να μείνει εκεί το βράδυ για να διασκεδάσουν, και ότι θα επισκεύαζαν τον μύλο το πρωί. Τι μπορούσε να κάνει ο Στεφανόπουλος; Έμεινε εκεί. Μετά τη διασκέδαση και το δείπνο, ο Βοεβόδας τον ρώτησε για τα όπλα.

Τότε, ο Στεφανόπουλος παραδέχθηκε ότι αγόρασε ρολόγια και όπλα από τον Ρομπέρ, ως μεταπράτης, ότι τα πούλησε σε καλή τιμή και ότι ο Γάλλος του πούλησε κια δέκα τουφέκια, φθηνότερα, τα οποία ο ίδιος πουλά «εις τον έναν και εις τον άλλον» και τα ρίχνει στον Αλή Πασά, με τον οποίον οι σχέσεις του Σουλτάνου ήταν οι χειρότερες, ότι τάχα κατηγορεί τους φίλους των Τούρκων στην Τριπολιτσά για να δημιουργήσει υποψίες εναντίον των Χριστιανών και ότι τάχα έχει στείλει χρήματα στην Τριπολιτσά για να επαναστατήσουν οι Τούρκοι εναντίον του Σουλτάνου.

Λέει ο Στεφανόπουλος για την ευπιστία των Τούρκων: «Όταν με είδον οι αγάδες και τους επληροφόρησα ό,τι έμαθον, ευχαριστηθηκαν και επεδόθησαν εις την συνήθην αφροντισίαν των εις ην κατά μέγα μέρος (εκ θείας ευδοκίας) οφείλεται η επιδοσις της επαναστάσεώς μας». Έπεισε, λοιπόν, και τον Μουφτή και τον Κιαμίλμπεη όπως έπεισε τον Βοεβόδα της Καρύταινας.

Οι Τούρκοι της Τριπολιτσάς που έμαθαν για την επιστολή του Αλή Πασά που είχε αναφέρει ο Στεφανόπουλος συγκεντρώθηκαν στο Καφενείο της Ώρας, και τον κάλεσαν να τους δώσει εξηγήσεις. Εκείνος τους έπεισε ότι όλα αυτά τα διαδίδουν οι φίλοι του Αλή Πασά, και έτσι οι Φιλικοί οργανώθηκαν καλύτερα, μύησαν κι άλλους στον Αγώνα και αναγνωρίζονταν μεταξύ τους με τα σημάδια των χεριών τους, τις μυστικές χειραψίες της Φιλικής Εταιρίας.


Το έμβλημα της Φιλικής Εταιρείας


Βαφτίσια και συνωμοσίες

Ο Στεφανόπουλος περιγράφει τον τρόπου που συγκεντρώθηκαν οι συνωμότες στο σπίτι του Δημητρίου Σταμέλου: «Χάριν διασκεδάσεως και επί τούτου προετοιμάσαμεν, διά νόμιμον δικαιολόγημα, βάπτισμαν της θυγατρός του Σταμέλου τούτου υπό του Προκοπίου Σαρδέλη». Εκεί συγκεντρώθηκαν και κουβέντιασαν και σχεδίασαν: «Μετά την συνδιάσκεψιν επεδόθημεν εις δείπνον, ένθα εχαιρετίσαμεν την ελευθερίαν και ετραγωδήσαμεν, σιγά σιγά, εν κατανύξει μας, διάφορα ηρωικά άσματα προς τιμήν Ρήγα Φεραίου και Θεόδωρου του Κολοκοτρώνη».

Αποφασίστηκε ο ίδιος να αναχωρήσει για τη Λάστα, για να μυήσει κι άλλους, και οι Σταματέλος και Π. Αρβάλης να μείνουν στην Τριπολιτσά για να παρακολουθούν τους Τούρκους.

Παρακάτω ο Στεφανόπουλος περιγράφει πώς άρχισαν να συγκεντρώνονται στην Πελοπόννησο και στην Τριπολιτσά συνωμότες, και ότι οι Τούρκοι άρχισαν να υποπτεύονται όχι ότι θα ξεσηκώνονταν οι ραγιάδες για την ελευθερία τους, αλλά ότι ξεσηκώνονται από τους Ρώσους. Οι μυημένοι Τριπολιτσιώτες τότε έκρυψαν τα όπλα και τα τιμαλφή τους και έστειλαν τις οικογένειές τους τάχα για διασκέδαση στα χωριά, μαζί με όπλα, τσαρούχια, χρήσιμα για τον αγώνα πράγματα.

Ο Βοεβόδας της Καλαμάτας έπιασε κάποιον που μετέφερε επιστολή, με συμβολικά γράμματα, του Παναγιώτη Κρεββατά, προς τους Αρβάλη, Σταμέλο και Παπαζαφειρόπουλο στην Τριπολιτσά, ότι η ώρα της επανάστασης έφτασε. Η επιστολή αυτή δόθηκε στον Κεχαγιάμπεη στο Σαράι στην Τριπολιτσά, καθώς ο πασάς είχε πάει να πολεμήσει τον Αλή Πασά. Η επιστολή έφερε σοβαρές υποψίες στους Τούρκους, αλλά δεν μπορούσαν να την μεταφράσουν και οι υποψίες τους διασκεδάστηκαν ύστερα από λίγο, όπως αναφέρει ο Στεφανόπουλος. Σε αυτό, συνέβαλε ένας Φιλικός, ο Σκαλίδης, του οποίου τη γνώμη για το γράμμα ζήτησε ο διερμηνέας του πασά, αφού ήταν γραμματέας του.

Ο Σκαλίδης «εταιριστής κρύφα και αγαθός πατριώτης, λαβών την επιστολήν ανέγνω αυτήν κατά διάνοιαν, στρέφων αυτήν δεξιά και αριστερά διά να μην δώση υποψίαν». Στη συνέχεια, στο σπίτι του Σταμέλου και τους αποκάλυψε το περιεχόμενο της επιστολής. Εκείνοι δεν τον πίστεψαν αμέσως, καθώς ήταν στην υπηρεσία των Τούρκων, όμως εκείνος τους αποκαλύφθηκε με τα σημάδια των χεριών ως μυημένος και έτσι τον εμπιστεύτηκαν.

Μετά, οι Στεφανόπουλος, Σταμέλος και Γεώργιος Μπιλίδας ανέλαβαν την αποστολή να επικοινωνήσουν με τους Τούρκους αξιωματούχους, με τους οποίους ήταν φίλοι, ώστε να μάθουν αν υποπτεύονταν κάτι παραπάνω. Όπως αποδείχθηκε, δεν είχαν αντιληφθεί το παραμικρό και πείστηκαν ότι ο Αλή Πασάς είχε στείλει την επιστολή για να ξεσηκώσει τους Τουρκους εναντίον των Χριστιανών της Τριπολιτσάς.


Ο Παπαφλέσσας στο Περθώρι μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο

Ο Στεφανόπουλος περιγράφει πώς συνάντησε τον Παπαφλέσσα στο Περθώρι. Ένας άνθρωπος, λέει, που δεν θυμάται το όνομά του, έφτασε στην Τριπολιτσά και τους πληροφόρησε ότι θα κατέφθανε ένας άνθρωπος ντυμένος ως επαίτης στο Περθώρι, από τα Καλάβρυτα, και να πάνε να τον υποδεχθούν. Πήγε να τον ανταμώσει ο Στεφανόπουλος, ως ο λιγότερο ύποπτος στους Τούρκους, σαν κυνηγός, με το όπλο του στον ώμο.

Συνάντησε τον ρακένδυτο άνθρωπο και, αφού αναγνωρίστηκαν ως «ετείροι», και κρύφτηκαν σε μια τάφρο, του αποκάλυψε ότι είναι ο Παπαφλέσσας, ότι κατέφθασε από την πηγή της επανάστασης στη Ρωσία και ότι πήγε εκεί από τα Καλάβρυτα για να μάθει τι γίνεται στην Τριπολιτσά. Ο Παπαφλέσσας ευχαριστήθηκε με τα νέα. Είπε στον Στεφανόπουλο να είναι πολύ προσεκτικοί, να έχουν θάρρος γιατί τους βοηθούν οι μεγάλες δυνάμεις και ότι συγκεντρώνεται από παντού στρατός 10.000 ανδρών για να φθάσουν στην Τριπολιτσά, και όταν δουν στρατό να καταφθάνει και ακούσουν από τα Τρίκορφα πυροβολισμούς, να ξεσηκωθούν.

Ο Στεφανόπουλος επέστρεψε στην Τριπολιτσά, μετέφερε στους δικούς του τα μαντάτα και ξεκίνησαν ακόμα πιο ενεργά οι προετοιμασίες.


Ο Στεφανόπουλος συνάντησε τον Παπαφλέσσα μεταμφιεσμένο 


Η Τριπολιτσά κλείνει τις πύλες της – «Ο ραγιάς εσηκώθη όλος στο ποδάρι»

Από εκείνο το σημείο και μετά, τα γεγονότα είναι καταιγιστικά και πλέον δεν μένει καμία αμφιβολία στους Τούρκους ότι ο ραγιάς ξεσηκώνεται. Ο Πετρόμπεης στέλνει τον γιο του, Αναστάσιο, ως αιχμάλωτο. Ο Ιμπραήμ Αγάς των Καλαβρύτων θέλει να επισκεφθεί την Τριπολιτσά, αλλά οι αγωνιστές σε Καλάβρυτα, Γορτυνία και Δάρα αποφάσισαν να τον εμποδίσουν, και επιτέθηκαν εναντίον του στον Παλαιόπυργο.

Ο Κούνας Τάταρης πήγε στην Τριπολιτσά και πληροφόρησε τους Τούρκους που τους βρήκε, όπως λέει ο Στεφανόπουλος, κοιμώμενους και «αραχτούς» στα καφενεία, ότι «ο ραγιάς εσηκώθη όλος στο ποδάρι». Τότε οι Τούρκοι φυλακίζουν τους προκρίτους και τους αρχιερείς, κλείνουν τις πύλες της Τριπολιτσάς και ετοιμάζονται για πόλεμο.


Η κήρυξη της Επανάστασης και η πρώτη νίκη στην Αρκαδία

«Ο Κωνσταντίνος Παπαζαφειρόπουλος, προς ον έτρεξα κι εγώ εκ Τριπόλεως , φυγών κρυφίως, συνεννοηθείς εν τάχει μετά των προεστών και καπεταναίων των χωρίων Βυτίνης, Μαγουλιάνων, Βαλτεσινίκου, Καμηνίτσας, Γλανιτσάς, Αγριδακίων, Τοπόριστας, Γλόγοβας, Καρνεσίου, Λάστας κ.λ.π.

    εκηρύξαμεν πρώτοι την επανάστασιν κατά των Τούρκων, ημέρας τινάς πριν της 25 Μαρτίου (…) οπλίσαμεν περί τους τριακοσίους εκλεκτούς στρατιώτας, ους εφιλοτιμήθηκαν,

λέει ο Στεφανόπουλος για την έναρξη της επανάστασης στην Αρκαδία. Στη συνέχεια, επαινεί τις γυναίκες που «ως άλλαι Σπαρτιάτισσαι» εμψύχωναν με ευχές και θερμά λόγια και με συμβουλές τους άνδρες, οι οποίοι ήταν έτοιμοι για την εκστρατεία και ενθουσιασμένοι σαν να πήγαιναν σε γάμο και όχι στον πόλεμο.

Ο Στεφανόπουλος θυμάται τους χορούς στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου στη Λάστα, τις προπαρασκευές για τον πολεμο, τους αγγελιαφόρους που έφευγαν για κάθε χωριό για να ενημερώσουν για τον ξεσηκωμό, τις γυναίκες που ετοίμαζαν τα φουσέκια, καθώς τραγουδούσαν και κεντούσαν σημαίες, παιδιά και γέροντες να ετοιμάζουν τσαρούχια, γριές να ψήνουν παξιμάδια, νέους να γυμνάζονται στο σημάδι.

Στη Βυτίνα και στην Αλωνίσταινα οι γυναίκες φτιάχνουν φούρνους και ψήνουν κρέατα και άλλα φαγητά, ενώ καταφθάνουν για τον ξεσηκωμό άνδρες από τα γύρω χωριά, τους οποίους οπλίζουν με πρόχειρα μεταλλικά όπλα και μαχαίρια, φτιαγμένα από τους σιδηρουργούς, και καρφωμένα πάνω σε μακριά ξύλα. Ακόμα, είχαν στολίσει τα βουνά με σημαίες διάφορων χρωμάτων, κάτι που αποδείχθηκε χρήσιμο και ξεγέλασε τους Τούρκους.

Συγκεντρώνονται, λοιπόν, λέει ο Στεφανόπουλος, στην Πιάνα όπου μαθαίνουν ότι 300 Τούρκοι ιππείς και πεζοί βγήκαν από τα τείχη της Τριπολιτσάς και κατευθύνονταν προς Πιάνα και Ροεινό. Μόλις τους είδαν, τους επιτέθηκαν και οι Τούρκοι εξεπλάγησαν και τράπηκαν σε φυγή, επειδή νόμιζαν ότι ήταν μαζί τους και ο Κολοκοτρώνης. Αυτή η μικρή νίκη, ήταν πολύ εμψυχωτική, και είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του στρατού των Ελλήνων. Ο Στεφανόπουλος μιλά για τον ενθουσιασμό, τους χορούς και τα τραγούδια.

Ο Στεφανόπουλος περιγράφει, στις λίγο παραπάνω από ογδόντα σελίδες των απομνημονευμάτων του, την αγωνία, την εφευρετικότητα των Ελλήνων, τον τρόπο με τον οποίον επικοινωνούσαν και προετοίμαζαν την Επανάσταση κρυφά, κάτω από τη μύτη των Τούρκων. Ο τεράστιος ρόλος της Φιλικής Εταιρείας είναι περισσότερο από εμφανής στα απομνημονεύματά του.

Στο έργο που μας άφησε, είναι διάχυτος ο φόβος, το άγχος, η ανασφάλεια των αγωνιστών που κρυφά από την οθωμανική διοίκηση, μηχανευόμενοι κάθε δικαιολογία και με κάθε μέσο προχώρησαν στη συγκέντρωση των απαραίτητων για τον Αγώνα. Η αφήγησή του, χωρίς μεγαλοστομίες, μας φέρνει τους ανθρώπους αυτούς πιο κοντά σε μάς, όχι σαν πορτρέτα αγέρωχων μορφών και ατρόμητων ανδρών, αλλά σαν ανθρώπους με σάρκα και οστά.

Ήταν άνθρωποι προτού γίνουν ήρωες, και έγιναν ήρωες επειδή την ιδέα τους την υπηρέτησαν μέχρι τέλους. Τους θυμόμαστε και σήμερα και πάντα, τους τιμούμε και τους ευχαριστούμε.


ΠΗΓΗ: https://www.mixanitouxronou.gr/pos-schediastike-kai-xekinise-i-elliniki-epanastasi-stin-arkadia/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου